Ενημέρωση με ένα κλικ

Γούντι Άλεν: Ο ιδιοφυής πολυπρόσωπος του παγκόσμιου κινηματογράφου

Από τα σλάπστικ αστεία και τις υπαρξιακές αναζητήσεις, μέχρι την κριτική στην κοινωνία και την αγάπη για τη Νέα Υόρκη, η απαράμιλλη πορεία ενός θρυλικού δημιουργού.

Παρά την εικόνα που παραπέμπει σε σλάπστικ κωμωδία – με ένα πρόσωπο αστείο, ατημέλητα μαλλιά, μεγάλη μύτη, μικρά μάτια πίσω από χοντρούς σκελετούς γυαλιών, ένα χαζούλικο ύφος, κοντό και αδύναμο σώμα, καλυμμένο από φαρδιά ρούχα που έκρυβαν την έμφυτη νευρικότητά του – ο Γούντι Άλεν αποτελεί μια από τις πλέον σοβαρές και εμβληματικές μορφές του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Στη μακρά καλλιτεχνική του πορεία, που εκτείνεται για πάνω από έξι δεκαετίες, ο διοπτροφόρος δημιουργός κατάφερε να συνδυάζει σε υψηλά επίπεδα την κωμωδία με την κοινωνική κριτική, τις υπαρξιακές αναζητήσεις με τις προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις, πάντα αυτοσαρκαστικά και με ένα χιούμορ άλλοτε δηλητηριώδες. Ιδιοφυής, αυτοδίδακτος, εμμονικός, εγωκεντρικός, στοχαστικός, αλλά και καυστικός απέναντι στα στραβά του κόσμου, ανήκει στον στενό κύκλο των αναγνωρίσιμων σκηνοθετών. Αρκούν δύο πλάνα του και δύο κουβέντες των ηθοποιών του για να τον αναγνωρίσει κανείς, έχοντας φανατικούς θαυμαστές παγκοσμίως. Κατάφερε να παραμείνει μακριά από τα χολιγουντιανά πρότυπα και συμβάσεις, γυρίζοντας τις περισσότερες ταινίες του στην αγαπημένη του Νέα Υόρκη. Οι ταινίες του πάντα είχαν κάτι να πουν, να προκαλούν το έντονο ενδιαφέρον και να αποτελούν γεγονός για τους κινηματογραφόφιλους.

Αν και η φήμη του δοκιμάστηκε μετά τις καταγγελίες της Μία Φάροου, και κάποιοι ηθοποιοί του γύρισαν την πλάτη, η κατάσταση άλλαξε σχετικά γρήγορα. Ιδίως ηθοποιοί από την Ευρώπη άρχισαν να «πείθονται» για συνεργασία, καθώς ένα φιλμ με τον Γούντι Άλεν κοσμεί κάθε βιογραφικό. Ο ίδιος, όσο απίστευτο κι αν φαντάζει για τους σινεφίλ που μεγάλωσαν μαζί του, κλείνει τα 90 του χρόνια, έχοντας γεννηθεί στις 30 Νοεμβρίου του 1935. Παρότι δεν θεωρείται υπέργηρος, ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης, ηθοποιός, παραγωγός και περιστασιακός μουσικός της τζαζ, με πάνω από 50 προσωπικές ταινίες, έχει κερδίσει τη θέση του στην παγκόσμια ιστορία του σινεμά, τόσο για τον ίδιο τον χαρακτήρα του όσο και για την ιδιαίτερη προσέγγισή του στη γυναικεία φύση.

Γεννημένος στο Μπρονξ από Εβραίους γονείς δεύτερης γενιάς, ο Γούντι Άλεν μεγάλωσε σε μια τυπική μέση οικογένεια. Αργότερα, απαντώντας αν είναι άθεος, είχε δηλώσει: «είμαι αντιπολίτευση στον Θεό». Μετακομίζοντας στο Μπρούκλιν, η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από παιχνίδια στους δρόμους, με το μπέιζμπολ και το μπάσκετ να αποτελούν αναπάντεχα ταλέντα του, ίσως ως τρόπος να εντυπωσιάσει τα κορίτσια, στα οποία είχε αδυναμία από νωρίς. Η δεύτερη μεγάλη του αγάπη ήταν το σινεμά, που έγινε δεύτερο σπίτι του από την ηλικία των τριών ετών.

Οι γονείς του δεν είχαν καλή σχέση, και ο ίδιος διατηρούσε μια τυπική σχέση με τη μητέρα του. Μετά από οκτώ χρόνια σε εβραϊκό σχολείο και στη συνέχεια σε δημόσια, πήρε το απολυτήριό του το 1953. Από τα 15 του, ανακάλυψε το ταλέντο του στη συγγραφή αστείων, τα οποία πωλούσε σε εφημερίδες έναντι 200 δολαρίων την εβδομάδα, ένα ποσό σημαντικά μεγαλύτερο από αυτό των γονιών του.

Μετά το λύκειο, σπούδασε επικοινωνία και κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, όμως παράτησε τις σπουδές του. Συνέχισε όμως να πωλεί αστείες ατάκες σε συγγραφείς του Μπρόντγουεϊ και stand-up κωμικούς, κάνοντας το πρώτο βήμα για τον κινηματογράφο. Όταν οι ατζέντηδες τον έπεισαν να ερμηνεύει ο ίδιος τα αστεία του, παρότι διστακτικός, εισήλθε στον χώρο της stand-up comedy. Εκεί, ερμήνευε τολμηρούς, αυτοσαρκαστικούς μονολόγους, απορρίπτοντας τις συμβάσεις, με αποτέλεσμα μεγάλη επιτυχία και γρήγορα έγινε περιζήτητος, ανοίγοντας τον δρόμο για τον κινηματογράφο ως σεναριογράφος.

Το 1965, έγραψε το σενάριο της κωμωδίας «Χαρέμι για Δύο», με πρωταγωνιστές τους Πίτερ Σέλερς και Πίτερ Ο’Τουλ, ενώ έπαιξε και σε έναν μικρό ρόλο. Συμμετείχε στο «Casino Royale» (1967) δίπλα σε θρύλους του κινηματογράφου. Δύο χρόνια μετά, έκανε το ντεμπούτο του ως σκηνοθέτης με την κωμωδία «Πάρε τα Λεφτά και Τρέχα». Ακολούθησαν οι «Μπανάνες» και η επιτυχημένη κωμωδία «Τα Πάντα Γύρω από το Σεξ», με τους Τζιν Γουάιλντερ και Μπαρτ Ρέινολντς, που τον έκανε διεθνώς διάσημο για τη μοναδική του σάτιρα. Επέλεξε να απορρίψει το Χόλιγουντ, γνωρίζοντας ότι εκεί ο σκηνοθέτης δεν είχε πλήρη έλεγχο μιας ταινίας, κάτι αδιανόητο για εκείνον.

Μετά από αξιόλογες ταινίες όπως «Ο Υπναράς» και «Η Βιτρίνα», το αριστουργηματικό «Νευρικός Εραστής» (1977) σημάδεψε την καριέρα του, με συμπρωταγωνίστρια την Ντάιαν Κίτον. Το κοινό άρχισε να αντιλαμβάνεται το ιδιαίτερο χιούμορ του, και η Ακαδημία του απένειμε το πρώτο Όσκαρ σκηνοθεσίας και σεναρίου.

Το 1979, παρουσίασε το «Μανχάταν», ένα ακόμη αριστούργημα, υποψήφιο για τρία Όσκαρ. Η ταινία απεικόνισε τη Νέα Υόρκη ως την πιο κινηματογραφική πόλη, σε υπέροχο ασπρόμαυρο σινεμασκόπ, με φωτογραφία του Γκόρντον Γουίλις και μουσική του Γκέρσουιν. Το δράμα των σχέσεων και του ανικανοποίητου, καλυμμένο με ευφυολογήματα, έκανε την ταινία τεράστια επιτυχία, εδραιώνοντάς τον ως έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της εποχής του.

Τα υπόλοιπα για τον Γούντι Άλεν είναι ευρέως γνωστά: η δύσκολη σχέση του με την Μία Φάροου και οι δικαστικές διαμάχες, τα αμέτρητα βραβεία, τα Όσκαρ, η αναγνώριση από συναδέλφους και, κυρίως, οι ταινίες του που αποδεικνύουν το ανεξάντλητο ταλέντο και την ευφυΐα του. Από το «Ζέλιγκ» (1983) και το «Κόκκινο Ρόδο του Καΐρου» (1985) μέχρι το «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» (2011) και το «Μια Βροχερή Μέρα στη Νέα Υόρκη», το έργο του είναι πλούσιο και ποικιλόμορφο.

Όταν ρωτήθηκε αν θέλει να γίνει αθάνατος, απάντησε: «θέλω να γίνω αθάνατος με το να μην πεθάνω». Μια αστεία απάντηση, ίσως, καθώς η αθανασία του θα είναι, τελικά, αυτή που προσέφερε στον κόσμο: οι ταινίες του.

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com