Γιώργος Κακοσαίος: Από το γήπεδο στα φώτα της μουσικής σκηνής
Ο νεαρός καλλιτέχνης αποκαλύπτει τις δυσκολίες της μετάβασης από το ποδόσφαιρο στο τραγούδι και αντιμετωπίζει τις συγκρίσεις με τον πατέρα του, Γιάννη Πλούταρχο.
Ο Γιώργος Κακοσαίος, ο γνωστός τραγουδιστής, παραχώρησε μία συγκλονιστική συνέντευξη στην εκπομπή «Καλημέρα είπαμε;» και την δημοσιογράφο Πέννυ Καβέτσου, αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες για την πορεία του. Μίλησε για την απόφασή του να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο, ένα όνειρο ζωής, προκειμένου να αφοσιωθεί στην υποκριτική και, κυρίως, στη μουσική, ενώ παράλληλα απάντησε και στις αναπόφευκτες συγκρίσεις με τον πατέρα του, τον καταξιωμένο Γιάννη Πλούταρχο.
«Μεγαλώσαμε όλοι οι αδελφοί μου μέσα στη μουσική από μικρά παιδιά, οπότε ήταν φυσικό να ακολουθήσουμε όλοι το ίδιο μονοπάτι», εξήγησε ο Γιώργος Κακοσαίος. «Εγώ, όμως, είχα όνειρο να γίνω ποδοσφαιριστής. Η απόφασή μου να αφήσω το ποδόσφαιρο ήρθε όταν με την ομάδα που αγωνιζόμουν, δεχτήκαμε οκτώ γκολ. Έτσι, μάζεψα τα πράγματά μου, πήγα στην ομάδα και είπα: “Τα παρατάω, πάω στα μπουζούκια”».
Συνεχίζοντας την αφήγησή του, ο Γιώργος Κακοσαίος αποκάλυψε ότι, μετά την απόφασή του να απομακρυνθεί από το γήπεδο, γράφτηκε σε δραματική σχολή. «Δεν είχα την πρόθεση να γίνω ηθοποιός, ήθελα απλώς να αποκτήσω ένα χαρτί, για κάθε ενδεχόμενο ενασχόλησης με την τηλεόραση», ανέφερε. «Η απόφαση να αφήσω το ποδόσφαιρο ήταν πολύ δύσκολη και με επηρέασε βαθιά. Χρειάστηκαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια για να μπορέσω ξανά να παρακολουθήσω έναν ποδοσφαιρικό αγώνα».
Σχετικά με τις αναπόφευκτες συγκρίσεις με τον πατέρα του, ο Γιώργος Κακοσαίος δήλωσε: «Ήμουν αποφασισμένος να δουλέψω όσο σκληρά χρειαζόταν, ώστε να μπορέσω να αντιμετωπίσω τις συγκρίσεις. Ήξερα ότι θα υπήρχαν. Υπάρχουν στιγμές που, όταν νιώθω ψυχολογική πτώση, αναρωτιέμαι γιατί συμβαίνει αυτό».
Ο τραγουδιστής τόνισε την υποστήριξη του πατέρα του κατά την έναρξη της καριέρας του. «Ο πατέρας μου με στήριξε από την αρχή, με βοήθησε να μπω στον χώρο της ελληνικής δισκογραφίας. Από εκεί και πέρα, όμως, ήμουν μόνος μου. Με το επίθετό μου, οι πόρτες του κόσμου, και όχι απαραίτητα των εταιρειών, ήταν δύσκολο να ανοίξουν. Έπρεπε να κερδίσω το κοινό και να μπω στα σπίτια του».